- κοτόψειρα
- ηη ψείρα της κότας.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
κοτόψειρα — η κοινή ονομασία για τις ψείρες τών πουλιών, δηλαδή για όλες τις ψείρες τής τάξης μαλλοφάγα, οι οποίες παρασιτούν στα πουλιά … Dictionary of Greek
κοτοψείρι — το [κοτόψειρα] πλήθος από κοτόψειρες ή οι κοτόψειρες όλες μαζί … Dictionary of Greek
κοττόψειρα — η βλ. κοτόψειρα … Dictionary of Greek